Το πέρασμα (1989)
Γιώργος Νινιός, Βαγγέλης Λιοδάκης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
Διακρίσεις
- Κρατικά Βραβεία 1990:
Καλύτερης Ταινίας
Σκηνοθεσίας
Σεναρίου
Α ανδρικού ρόλου (Γιώργος Νινιός)
Φωτογραφίας (Ανδρέας Σινάνος)
Μοντάζ (Γιώργος Τριανταφύλλου)
Σκηνικών (Νίκος Πολίτης)
Μακιγιάζ (Στέλλα Βώτσου)
- Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το 1990
Αποσπάσματα κριτικών
– Γιάννης Μπακογιαννόπουλος (Η Καθημερινή): Το «Πέρασμα» επιβάλλεται καθαρά με την ειλικρίνεια, τη γνήσια λαϊκότητα, την ευαισθησία, τη δύναμη και την βαθιά ελληνικότητα. (……) Σεμνή οικονομία μιας έκφρασης που τρέφεται με ψυχική τρυφερότητα χωρίς ρητορική, με λυρισμό χωρίς φούμαρα, με αυθεντικότητα της τρίτης, αόρατης διάστασης. Η συγκίνηση δεν επιζητείται, αναβλύζει. (…..) Η παράδοση διαπερνά σαν ζωογόνο ξίφος την ταινία. Η νεανική αντροπαρέα, αθώα και χαρούμενη, χωρίς λόγο, έτσι γιατί ξεχειλίζουν τα νιάτα, μέσα στο καλοκαιρινό φως, απέναντι στη θάλασσα και με την προοπτική της νέας ελευθερίας. Πάει ο στρατός (…..) Ο ύπνος δίπλα στο ξωκκλήσι και στο πηγάδι είναι ανήσυχος, με όνειρα σημαδιακά. Πάλι η παράδοση, το προμήνυμα από τα έγκατα. Και το παιχνίδι με τις ελπίδες του μέλλοντος μεταμορφώνεται, ακαριαία, σε πεδίο θανάτου από την «κακιά ώρα», όπως ονομάζει ο λαός, αυτή την καταστροφική φόρτιση των επαφών και των σχέσεων των Ελλήνων μεταξύ τους. (……) Κι ο επιζών ήρωας, κυνηγημένος, αγρίμι στον τόπο του, με επίμονες φαντασιώσεις του σώματος του νεκρού παλικαριού. (…..) Κι ο νέος σώζεται. Τι σώζεται δηλαδή, σ’ αυτό το μουγκό και τυφλό φευγιό, μέσα στη νύχτα; Πάει η Ελλάδα… Ένα καράβι τέρας, με μάτια νεκρού κήτους. (…..) Σε ποιους μιλάς Βασιλική; Κάποιοι πάντα ακούνε το σιωπηλό τραγούδι.
– Βασίλης Ραφαηλίδης (Έθνος): Θα δείτε που η έξοχη ταινία της Βασιλικής Ηλιοπούλου, από ιδεολογικής απόψεως μόνο, θα λειτουργήσει σαν συμπλήρωμα στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» που γυρίζει αυτήν τη στιγμή ο Αγγελόπουλος. Μόνο που στον Αγγελόπουλο ο μετεωρισμός προκαλείται εξαιτίας της ύπαρξης συνόρων, ενώ στο φιλμ που μας απασχολεί, εξαιτίας της ύπαρξης ορίων. Και ξέρουμε ήδη την κρίσιμη, θα λέγαμε οριακή, διαφορά ανάμεσα στις δύο έννοιες. Η έννοια του συνόρου, που προκαλεί τον μετεωρισμό, προσφέρεται για μια προβληματική περισσότερο κοινωνική, αντίθετα απ’ την έννοια του ορίου που προσφέρεται για μια προβληματική καθαρά υπαρξιστική. (…..) Η Ηλιοπούλου είναι η πρώτη σοβαρή επίγονος του Αγγελόπουλου και μάλιστα χωρίς να έχει καμιά πρόθεση να τον μιμηθεί, πράγμα που καθιστά το εγχείρημα πολύ πιο ενδιαφέρον. Δεν είναι η μίμηση που δημιουργεί τις εθνικές σχολές, είναι ο κοινωνικός χώρος που υπαγορεύει ανάλογους προβληματισμούς. Η Ελλάδα έχει σύνορα, αλλά είναι τεχνητά, όπως άλλωστε κι όλα τα σύνορα, όλων των χωρών. Όμως όρια έχει; Ιδού το κρίσιμο ιστορικά ερώτημα. Αν δεχτούμε πως η Ελλάδα ήταν πάντα ο πολιτισμός της, τότε είναι φυσικό να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τα όρια αυτού του πολιτισμού παρά για τα σύνορα της χώρας, που ούτως ή άλλως είναι επισφαλή, όπως τα σύνορα κάθε χώρας.
– Δημήτρης Δανίκας (Τα Νέα): (…..) Τι είναι το φιλμ; Ο παραλογισμός της ύπαρξης, ο «ξένος» του Καμύ. Όλα επαμφοτερίζονται. Είναι και δεν είναι. Γίνονται και δεν γίνονται. Υπάρχουν και φεύγουν. (……) Το έγκλημα, η σφαγή γίνεται διά ασήμαντον αφορμή. Έτσι! Σε μια κακή στιγμή. Γι’ αυτό συντελείται αστραπιαία, αιφνιδιαστικά, ακαριαία. Σαν ν’ αφηγείται κανείς, με δυο φράσεις, το σπουδαιότερο γεγονός της ζωής του. (……) Και γι’ αυτό οι δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά. Πάνε κι έρχονται στο ίδιο σημείο. Σαν την εθνική: είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Ίδια είναι. Γι’ αυτό και τα δύο «οχήματα», το καμιόνι και το πλοίο, φέρουν «ίχνη» μιας τερατόμορφης νεκροφόρας. Όλα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Στο είναι και στο φαίνονται. Το καταγάλανο πλάνο της θάλασσας μεταμορφώνεται στο φινάλε στο αντίθετό του, στο σκοτάδι, στα μαύρα βαθιά νερά μιας θάλασσας που καταπίνει ανθρώπινες ιστορίες στον βυθό της.
– Νίκος Ζαχαριάδης (Η Αυγή): Η μυθολογία των φυγάδων και των δραπετών ζητεί πάντα πρόσωπα που ακροβατούν στα όρια της απελπισίας και αναζητούν διέξοδο ο ένας προς τον άλλο. Δύο τέτοια πρόσωπα κυριαρχούν και στην ταινία της Ηλιοπούλου. Την πιο δυναμική και ξεκάθαρη ταινία που μας έδωσε το φετινό φεστιβάλ, αναζωπυρώνοντας τις ελπίδες μας για το μέλλον του ελληνικού σινεμά και δικαιώνοντας εν μέρει τον ίδιο τον θεσμό. (…..) Μια απλή ιστορία του περιθωρίου, διατυπωμένη με εξαιρετική αφηγηματική δεινότητα, με παιχνίδι χαρακτήρων και σεναριακή στιλπνότητα.
– Νίνος Φένεκ Μικελίδης (Ελευθεροτυπία): (……) Με διαλόγους απλούς, αληθινούς, σκηνές σύντομες αλλά αποκαλυπτικές, διανθισμένες με τις μικρολεπτομέρειες εκείνες που τονίζουν την αυθεντικότητά τους. (……) Η Ηλιοπούλου έχει την αίσθηση του χώρου, αλλά και ξέρει να αφηγείται στρωτά και με απλότητα, διαλέγοντας μια «απαρατήρητη» σκηνοθεσία, που η δύναμή της βασίζεται στην καταγραφή των ανθρώπινων σχέσεων, που τις δίνει με τρυφερότητα και ζεστασιά.
– Κ. Νταντινάκης (Λόγος): Η Ηλιοπούλου κατάφερε να μας συναρπάσει με τη δύναμη του ύφους και των εικόνων της, την υποβλητική της ατμόσφαιρα, την άψογη κινηματογραφική της γραφή, το μεστό σενάριο και τις άψογες ερμηνείες των ηθοποιών της. Το «Πέρασμα» καθιστά την Ηλιοπούλου ως την σημαντικότερη αυτή τη στιγμή Ελληνίδα σκηνοθέτιδα και την ταινία της μια από τις δέκα καλύτερες στην ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου.
– Άντα Κλαμπατσέα (Η Αυγή): (……) Η Βασιλική Ηλιοπούλου είχε την επιτυχία να συναντηθεί με τα σημάδια του χρόνου πάνω στους τόπους και να αντικρύσει το τοπίο. Ο κινηματογράφος της Β.Η. δεν επιζητά μια ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας και οπωσδήποτε καμιά διάθεση δεν έχει για κριτική και καταγγελία. Ακόμη παραπέρα: Αδιαφορεί και για τα δυο. Αυτό που καταγράφει είναι η «σοφία» του κοσμικού κύκλου. Η σπουδαιότητα του σεναρίου της Β.Η. έγκειται ακριβώς στο ότι μίλησε για τα μέγιστα μέσα από τα ελάσσονα. Η δύναμη της ταινίας δεν είναι ο «στέρεος ρεαλισμός» της, όπως γράφτηκε, αλλά η μεταφυσική που κατορθώνει να εκπορεύεται μέσα από αυτόν τον ρεαλισμό. Το ότι η μεταφυσική διασώζεται μέσα από αυτή την αφτιασίδωτη – ρεαλιστική κινηματογραφική καταγραφή δίχως να προστρέχει σε εικονικούς ή λεκτικούς συμβολισμούς. Δίχως να αμπελοφιλοσοφεί. Γιατί τα μέγιστα, μόνιμα και σταθερά σε όλη την ταινία βρίσκονται σε δεύτερο πλάνο. Μόλις που τα αντιλαμβάνεσαι. Περισσότερο τα νιώθεις.
